ἄραδος

ἄραδος
Grammatical information: m.
Meaning: `disturbance, palpitation' (Hp.).
Derivatives: ἀραδ\<ήσ\>ει θορυβήσει, ταράξει and ἀράδηται κεκόνηται (?), συγκέχυται H.; also ἀράζουσιν ἐρεθίζουσιν H.
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Cf. κέλαδος, ὅμαδος etc. (Chantr. Form. 359). Perhaps onomatopoietic, or not primarily of sound? cf. ἄραβος.
Page in Frisk: 1,128

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄραδος — disturbance masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άραδος — Αρχαία φοινικική πόλη, που ίδρυσαν πρόσφυγες από τη Σιδώνα, στα βόρεια των εκβολών του ποταμού Ελευθέρου σε οχυρή νησίδα. Η Ά. ήταν η τρίτη ομοσπονδιακή πόλη των Φοινίκων μαζί με την Τύρο και τη Σιδώνα. Μολονότι o βασιλιάς της Στράτων νικήθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ἀράδου — ἄραδος disturbance masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράδους — ἄραδος disturbance masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράδῳ — ἄραδος disturbance masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄραδον — ἄραδος disturbance masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Arouad — (ar) ارواد …   Wikipédia en Français

  • Arwad — Native name: أرواد The fortress of Arwad …   Wikipedia

  • Aradis — Arouad Arouad (ar) ارواد …   Wikipédia en Français

  • Arados — Arouad Arouad (ar) ارواد …   Wikipédia en Français

  • Aradus — Arouad Arouad (ar) ارواد …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.